<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?>
<rss version="2.0" 
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	>

<channel>
	<title>Viotia Blogs &#187; Πύργαρης</title>
	<link>http://www.viotiablogs.gr/</link>
	<description>Viotia Blogs &#187; Πύργαρης</description>
	<generator>Gregarius 0.5.5</generator>
	<language>en</language>
	<item>
		<title>Πύργαρης: Ο αθάνατος</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/08/06/%ce%9f_%ce%b1%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82</link>
		<pubDate>Fri, 06 Aug 2010 10:03:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/08/06/%ce%9f_%ce%b1%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	i<br />Μούσα<br />σταμάτα για λίγο σαν κοπελιά απτή <br />τριγύρω να γυρνάς<br />πέρασε η μέρα κι ο αέρας σφυρίζει<br />μονάχους θα μας βρει και τούτη η νυχτιά<br /><br />πανέμορφή μου, έλα κοντά<br />μη με φιλάς, να σου μιλήσω μόνο<br /><br />……………………………………<br /><br />Πάει καιρός που ανταμωθήκαμε <br />πάνε χρόνια που μ' ακολουθείς<br />γίνηκα εραστής σου, σου στάθηκα πιστός<br />και με τη λύρα σου τραγούδησα<br /><br />Όμως κάμποσο τώρα καιρό<br />παραμελήσει σ’ έχω<br />κι η λύρα επτά εποχές περάσανε <br />και μένει σκονιστή<br />δεν είπες τίποτα, δε με μαλώνεις<br />κάτι θα ξέρεις για τη βαριά <br />μοίρα του ποιητή<br /><br /><br /><br />ii<br />Με πλάνεψες!<br />ήρθες με δάφνες, με πελεκητές<br />στεφάνια απόθεσες στα κατσαροχυτά μαλλιά<br />μούταξες δόξες, ομορφιές<br />ονόματα χρυσά<br /><br />στα πρώτα κιόλας σου φιλιά<br />ένοιωσ’ αθάνατος ρήγας τραγουδιστής<br />κι υψώθηκα κι απλώθηκα<br />πάν' απ' ανθρώπους<br />κι από αιώνες πέρα<br /><br />Δεν είχα μάτια να δω τα κοντινά<br />παρ' αποσύρθηκα με τη ματιά του αθάνατου<br />στο ανθρώπινο μελίσσι<br />να δώσω αλήθεια κι ομορφιά<br /><br /><br />iii<br />Νύχτες και νύχτες αγρύπνιας περάσαν<br />πλέκοντας χρυσάφια και διαμαντικά<br />και μόνο το πρωί<br />-έχοντας την ηδονή του δημιουργού αισθανθεί-<br />εξαντλημένοι αφηνόμασταν <br />σε ύπνο ονειρικό<br /><br />Δε ξαποστάσαμε, τιτάνιος ο αγώνας!<br />να δώσεις ψυχή στα άψυχα<br />με τη ματιά του αθάνατου<br />να δώσεις αλήθεια κι ομορφιά<br />τιτάνιος ο αγώνας!<br /><br />-ήρθαν φορές που μ' ήθελα<br />στα σκοτεινά λιμάνια δουλευτή<br />παρά μαζί σου ταραγμένο<br />κι έρημο ποιητή-<br /><br />Όμως η λύρα ήταν εκεί<br />ήμουν χρησμένος ποιητής<br />θα τραγουδούσα!<br /><br />Κι αφέθηκα των οραμάτων καβαλικευτής<br />κι υψώθηκα κι απλώθηκα<br />πάν' απ' ανθρώπους<br />κι από αιώνες πέρα<br /><br /><br />vi<br />Όμως το μαγικό σου το ραβδί<br />που μ' έχρησε αθάνατο και ποιητή<br />όμως το γλυκό σου το πιοτό<br />που μ’ έκανε αερικά να κυνηγώ<br />με στείλανε στης λησμονιάς το κήπο<br /><br />καθημερνά ανέβαινα στους ουρανούς<br />κουβέντα έπιανα με τους θεούς<br />κι έφερνα στίχους διάφορους<br /><br />Φέρνοντας δώρα χρυσαφιά <br />που οι θεοί μου δώσανε <br />καθόλου δεν εκοίταζα <br />τα ρούχα μου που λιώσανε<br />καθόλου δεν εσκέφτηκα <br />πως ήμουνα θνητός<br />γιατί περιφερόμουν σαν αθάνατος!<br /><br /><br />v<br />Ωσότου ξύπνησα!<br />κι αντίκρισα τους στίχους μου σε μια γωνιά<br />κιτρινισμένους<br />και σκονισμένους πρίγκηπες<br /><br />αντίκρυσα<br />πουλώντας όπλα <br />να πλουτίζουν οι εμπόροι του κόσμου<br />ηγέτες να χωρίζουν τα πλήθη<br />παρατηρώντας από θρόνους <br />την αλληλοσφαγή τους<br /><br />ανθρώπινα μυαλά του χαμού να πηγαίνουν<br />εξουσίες<br />που ούτε γνωρίζουν, ούτε αισθάνονται<br />να κάνουν κουμάντο<br /><br />πλήθη τρελά<br />πλήθη ανεξιχνίαστα<br />να παίρνουν τους δρόμους κραυγάζοντας<br />κρατώντας στη σιδερένια χούφτα τους <br />την ιστορία<br />εύθραυστο αυγό <br /><br />Μίσος! θανατερό μίσος αντίκρυσα!<br /><br />τη μάννα μου γερασμένη<br />πολύ γερασμένη<br />και μένα ωχρό θνητό κι εκτεθειμένο<br />να κοιτώ τους στίχους μου σε μια γωνιά<br />τους σκονισμένους <br />κιτρινισμένους μου πρίγκηπες<br /><br /><br /><br />vi<br />Γι’ αυτό κάμποσο τώρα καιρό<br />παραμελήσει σ’ έχω<br />κι η λύρα επτά εποχές περάσανε<br />και μένει σκονιστή<br />δεν είπες τίποτα, δε με μαλώνεις<br />κάτι θα ξέρεις για τη βαριά<br />μοίρα του ποιητή<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-2147014789199871329?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Ο Αμάραντος</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/06/11/%ce%9f_%ce%91%ce%bc%ce%ac%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%82</link>
		<pubDate>Fri, 11 Jun 2010 16:34:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/06/11/%ce%9f_%ce%91%ce%bc%ce%ac%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_-xOQta-9FS4/TBJoBJ59zpI/AAAAAAAAAI4/ctQ4PjPln7k/s1600/%CE%91%CE%B9+%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_-xOQta-9FS4/TBJoBJ59zpI/AAAAAAAAAI4/ctQ4PjPln7k/s400/%CE%91%CE%B9+%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82.jpg" /></a><br />Το ελάφι ερχόταν κάθε χρόνο, τη παραμονή της γιορτής του Αϊ Γιώργη του προστάτη άγιου του χωριού κι έπλεκε τα κέρατά του στα πυκνά κλαριά μιας γέρικης συκιάς λίγο πιο πάνω από την εκκλησία. Κατέβαινε τη νύχτα απ’ το βουνό τόσο αθόρυβα, που δε το έπαιρνε είδηση κανείς. Πόσοι και πόσοι άντρες του χωριού δε παραφύλαξαν για χρόνια τέτοιες νύχτες, μπας και το δουν να φτάνει. Μα εκεί που κρύβονταν τριγύρω, βαστώντας την ανάσα τους για να το δουν, ξαφνικά βυθίζονταν σε λήθαργο βαθύ, σα να τους άγγιζε ένα αόρατο απαλό χέρι και δε ξυπνούσαν, παρά την άλλη μέρα το πρωί, όταν το ελάφι βρισκόταν ήδη εκεί, με τα κέρατά του μπλεγμένα στα πυκνά κλαριά του γέρικου δέντρου.<br />Έφευγαν τότε για τη λειτουργία, ανήμερα του Αϊ Γιώργη που χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες και με το σχόλασμα γυρνούσαν ξανά στο ελάφι όλοι μαζί, άντρες γυναίκες και παιδιά, με κλαρίνα και τούμπανα. Το έπαιρναν, ενώ εκείνο περίμενε αβοήθητο τάχα, το στόλιζαν με άνθη, με τάματα και το τριγύριζαν σ’ όλους τους δρόμους του χωριού, χορεύοντας και τραγουδώντας. Έπειτα τόσφαζαν στη κεντρική πλατεία, ενώ εκείνο σπαρταρούσε στα χέρια τους, από φόβο τάχα και ξεψυχούσε σωριασμένο πάνω στο αίμα του, την ώρα που απ’ τα μεγάλα φωτεινά μάτια του, έρρεαν σα δροσοσταλίδες δυο αλμυρά δάκρυα, που κανείς ποτέ δεν έμαθε αν ήταν για την μοίρα του ή για την μοίρα των ανθρώπων. <br />Ακολουθούσε γλέντι τρικούβερτο, που τ’ ονόμαζαν «ντιβάνι» και ήταν καλεσμένοι όλοι. Και ντόπιοι και ξένοι και περαστικοί και συγγενείς από τα μακρινά χωριά, που έρχονταν μέρες πριν να πάρουν μέρος σ’ αυτό το θαυμαστό γιορτάσι. Έπιναν άφθονα κρασιά κι έτρωγαν το ελάφι, που όσος κόσμος κι αν βρισκόταν εκεί, τελειωμό δεν είχε. Γλεντούσαν όλοι μονιασμένα, αδερφικά και χόρευαν μέχρι τα ξημερώματα. <br />Υπήρχε όμως ένας άγραφος νόμος, που η αρχή του χανόταν στα βάθη του χρόνου και πέρναγε από στόμα σε στόμα, γενιές και γενιές. Έλεγε πως το κρέας του ελαφιού, έπρεπε να φαγωθεί μονάχα εκεί, στο μεγάλο γλεντοκόπι και δεν έπρεπε κανείς να πάρει ούτε δράμι σπίτι. Αυτός ο νόμος ήταν ιερός, απαράβατος κι οι κάτοικοι του χωριού, τον τηρούσαν με ευλάβεια αιώνες και αιώνες.<br />Κάποτε όμως έγινε κακό ανεπανόρθωτο. Μια έγκυος γυναίκα, που δε μπορούσε κι έπρεπε να μένει ξαπλωμένη μέχρι να λευτερωθεί, λαχτάρησε ξαφνικά λίγο απ’ το κρέας του ελαφιού.<br />«Σύρε μάνα να μου φέρεις μια μυρωδιά για θα πεθάνω» είπε λιγωμένη στη πεθερά της.<br />Όσο κι αν επέμενε για το αντίθετο η γριά, η γυναίκα δε βαστιόταν.<br />«Σύρε και δεν αντέχω μάνα…θα το ρίξω!»<br />Θέλοντας και μη η πεθερά, πήγε στη πλατεία, εκεί που ήταν όλοι μεθυσμένοι, έκλεψε κρυφά ένα κομμάτι, τόκρυψε στο κόρφο και τόφερε στη νύφη της.<br /><br />Τον άλλον χρόνο, ελάφι δε ματαφάνηκε στη συκιά. Ούτε το παράλλο. Όσα τάματα, όσες λιτανείες κι αν έκαναν στον άγιο οι χωριανοί, ελάφι στο χωριό δε ξαναφάνηκε. Και η χρονιάρα γιορτή, δεν έγινε ποτέ όπως παλιά. Αλλάξανε τα πράματα. Κάθε σπίτι πια, έθρεφε ξεχωριστά το δικό του μανάρι  που όμως, όσο μεγάλο κι αν ήταν, ποτέ το κρέας του δεν έφτανε για να χορτάσουν όλοι. Στο τέλος, αισθάνονταν απ’ τη μερίδα τους αδικημένοι. <br />Και σα να μην έφτανε αυτό, άρχισαν να φέρονται παράξενα οι χωριανοί. Ανήμερα της γιορτής, δε πήγαιναν στην εκκλησιά με καθαρή καρδιά, μα βάζαν φορέματα λαμπρά και κείνο που τους ένοιαζε, ήτανε να τα δείξουν. Και το κρασί που πίνανε, πικρό. Τόσο, που δε χορεύανε σα το παλιό καιρό, αδερφικά και μονιασμένοι. Χόρευαν πετώντας στους μουζικάντηδες λεφτά για να δείξουν το έχει τους και πως ανάγκη πάνω στη γη, δεν έχουν κανέναν. Κι οι μουζικάντηδες χάλασαν κι αυτοί. Δε παίζαν για το κέφι τους πια, μα μόλις έβλεπαν παράδες, πετιόνταν όρθιοι και κάναν κουνήματα και τσιριμόνιες σα γυριστράδικες αρκούδες. Γελοίοι γίνονταν για να κερδίσουν. Έτσι έγινε συνήθειο πια, να χορεύουν μονάχα εκείνοι που κάτεχαν λεφτά. Οι άλλοι καταδικάστηκαν να πίνουν ήσυχα και να κοιτάζουν.<br /><br />Ήταν η εποχή που ο κάμπος δεν είχε ακόμη ξεχερσωθεί. Οι κάτοικοι ήταν μισοαγρότες μισοτσοπάνηδες και σ’ όλο το χωριό αντιβούιζαν ολημερίς τα τροκάνια και τα κουδούνια των προβάτων που βοσκούσανε στο βουνό. Ήταν η εποχή που η γη ξέρναγε νερό από παντού. Κάθε γειτονιά είχε το δικό της πηγάδι και νότια χαμηλά του χωριού, υπήρχε μια βρύση. Αυτή ήταν το γυναικείο κέντρο του κουτσομπολιού, δε γινόταν τίποτα να μη το μάθει η βρύση. Οι γυναίκες έπλεναν και συζητούσαν, τα παιδιά έψαχναν για χέλια και καβούρια ή έριχναν πέτρες στους γύπες που χαμοπετούσαν τριγύρω γυρεύοντας ψοφίμια. Μα όλα αυτά, μόνο την ημέρα. Τη νύχτα δε πλησίαζε τη βρύση κανείς, γιατί έβγαιναν τα ξωτικά και οι νεράιδες και μπορούσαν να σου κλέψουν τη μιλιά. Γλυκοτραγουδούσαν μαζί με το νερό που έτρεχε γάργαρο και χόρευαν με ξέπλεκα μαλλιά, γυρνώντας τις μαντίλες στον αέρα. <br />Ήταν μια εποχή που οι άνθρωποι ζούσαν μαζί με τους αγίους και τα ξωτικά. Ανεβοκατέβαιναν καθημερινά στον ουρανό, περιδιαβαίνανε τα σύννεφα και η ομίχλη του μυαλού, τους έκανε ευτυχισμένους, γιατί ήταν μια καταπραϋντική, ηδονική ομίχλη, που ένωνε το όνειρο με τη πραγματικότητα. <br />Γιατί ήταν συνάμα και μια σκληρή εποχή, γεμάτη πολέμους, εκστρατείες, ανέχειες. Μα όταν ξεμπέρδευαν μ’ αυτά οι άνθρωποι, ρίχνονταν με γινάτι στην ειρήνη, δούλευαν τα χωράφια, αυγάταιναν τα ζωντανά, έχτιζαν σπίτια, σπέρνανε φαμίλιες. Δούλευαν τη γη με τ’ άλογα και τα μουλάρια. Όλη τη μέρα μαζί με τ’ άλογα και τα μουλάρια. Και τη νύχτα ακόμη αφού κοιμούνταν στο ίδιο μακρινάρι. Ακούγανε τα χρεμετίσματα, τους αναστεναγμούς και τις πορδές τους. Τις νύχτες τα όνειρα των αλόγων μπερδεύονταν με τ’ ανθρώπινα. Δένονταν τόσο μαζί, που όταν ψοφούσαν, ήταν σα να πέθαινε άνθρωπος του σπιτιού, δε τα πετούσαν παρά τα έθαβαν εκεί κοντά, να μη τα φάνε τα όρνια και κάθονταν πάνω τους με τα καπέλα στο χέρι ώρα θλιμμένοι, έτσι που στη μεγάλη ανοικοδόμηση που έγινε αργότερα, ξέθαβαν απ’ τις αυλές σκελετούς αλόγων, πούχαν θαφτεί ολάκερους χρόνους πριν.<br />Και βέβαια από τότε που χάθηκε το ελάφι, οι άνθρωποι δεν ήταν πάντα αγαπημένοι. Υπήρχαν μεταξύ τους διαφορές. Χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς. Οι πιο φτωχοί δούλευαν στα χωράφια και τα κοπάδια των νοικοκυραίων. Μεροκάματο. Έπιναν απίστευτες ποσότητες κρασιού ν’ αντέξουν τη σκληρή ζωή κι όταν μεθούσαν έβριζαν κρυφά τ’ αφεντικά τους. Τους έδιναν αστεία παρατσούκλια ή σκάρωναν σε βάρος τους στιχάκια για να λιώσουν μέσα τους το μίσος που ακούσια άναβε, όπως και την αδικία.<br />Την εποχή του θέρους, αρκετοί από δαύτους, τριγύριζαν νύχτες στις θημωνιές και κλέβανε δεμάτια απ’ τους νοικοκυραίους. Τα φόρτωναν στη πλάτη κι ανέβαιναν στη κορυφή του βουνού, όπου γινόταν το μυστικό αλώνισμα. Πριν το ξημέρωμα πήγαιναν στο μύλο και μονάχα το σούρουπο γυρνούσαν στο σπίτι κουβαλώντας μισό σακί αλεύρι, που μόλις το έβλεπαν τα παιδιά, άρχιζαν να τρέμουν από χαρά, γιατί την άλλη μέρα, ίσως και αργά την ίδια νύχτα θα έτρωγαν κρυφά, φρέσκο αχνιστό ψωμί. Κι αν είχαν λίγο τυρί, κάνα κρεμμύδι ή ελιές θα φτιάναν και πλακόπιτες.<br />Τα παιδιά. Όσα επιζούσαν δηλαδή, γιατί οι γυναίκες γεννούσαν οπουδήποτε. Στο χωράφι, κάτω από δέντρα, πάνω σε μουλάρια ή στη καλύτερη περίπτωση μπροστά σε ένα αναμμένο τζάκι. Πολλά πέθαιναν γιατί έρχονταν ανάποδα ή πάθαιναν ασφυξία από του λώρους και όσα τελικά κατάφερναν να βγουν ζωντανά, ήταν όλα τους άσχημα και υγρά με τριγωνικά κεφάλια απ’ τις πιέσεις της γέννας. Τα έπαιρναν αμέσως οι γριές, τάπλεναν κι έπειτα έπιαναν τα κεφάλια τους, τα πίεζαν με τις παλάμες από δω, τα πίεζαν από κει, ναι έπλαθαν τα κεφάλια τους σα νάτανε ζυμάρι, τους έδιναν διάφορα σχήματα καθώς τους έκανε κέφι, σα να μαστόρευαν ψωμιά λίγο πριν τα ρίξουν στο φούρνο. Μετά τα περιλάβαιναν οι αρρώστιες.<br />Δύσκολη εποχή μα οι άνθρωποι ήταν γνήσιοι, αυθεντικοί, αδάμαστοι ακόμη. Να φανταστείς, όταν ήρθε το κράτος να μαζέψει για πρώτη φορά φόρους κι έκανε το λάθος να ειδοποιήσει από πριν για την ακριβή ημερομηνία έλευσης του φοροεισπράκτορα, το χωριό άδειασε εντελώς. Κρύφτηκαν όλοι στο βουνό σε μια σπηλιά, όπως είχαν μάθει απ’ τους πατέρες να κρύβονται σε πολέμους και λεηλασίες. Άντρες με μπόγους στα χέρια, γυναίκες με μωρά, ανηφόρισαν το μυστικό μονοπάτι, έτσι που ο εισπράκτορας βρήκε στο χωριό μονάχα αδέσποτα σκυλιά, κάτι γριές κουφές πούχαν ξεχάσει τ’ όνομά τους και μερικά περιπλανώμενα γαϊδούρια που έστεκαν στη μέση των δρόμων γκαρίζοντας απορημένα από την ησυχία και την ερημιά που έπεσε ξαφνικά στο χωριό. Κι όταν ο εισπράκτορας σηκώνοντας τους ώμους ανέβηκε πάλι στο άλογο και πήρε άπρακτος το δρόμο του γυρισμού, επέστρεψαν όλοι με γέλια με χαρές, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο, έβγαλαν απ’ τα σεντούκια τις σημαίες και τις ανέμιζαν λες κι έγινε καμιά μεγάλη απελευθέρωση, λες κι έφυγε ο βάρβαρος καταχτητής που τους καθόταν χρόνια πάνω στο σβέρκο .<br />Γρήγορα το χωριό πήρε τη γνώριμη όψη του και σε λίγο, άλλοι κινήσανε για τις δουλειές και άλλοι για το κυνήγι.<br />Γιατί είχε πολύ κυνήγι τότε. Βλέπεις ο μισός κάμπος ήταν χέρσος. Τι λαγοί, τι μπεκάτσες, τι χήνες, τι αγριόπαπιες! Οι κυνηγοί γύριζαν φορτωμένοι με διάφορα πολύχρωμα πουλιά περασμένα στη μέση τους, μαζεύονταν στα καφενεία μυρίζοντας μπαρούτι και ιστορούσαν ξαναμμένοι τα καθέκαστα. Πόσα κοπάδια <br />έπεσαν επάνω στη φυλάχτρα, πόσα πήραν με μια μονάχα ντουφεκιά, ποιος βιάστηκε να ρίξει χαλώντας το καρτέρι. Διαφωνούσαν, φώναζαν, γελούσαν τρανταχτά, σπάζοντας τα νεύρα των γερόντων που ξερόπιναν ώρες εκεί και δε μπορούσαν πια να κυνηγήσουν, μόνο παλιά κατορθώματα τους έμενε να πουν. <br />Μα εκεί που συμφωνούσαν όλοι, ήταν πως το κυνήγι του αγριοπερίστερου, ήταν το δυσκολότερο. Έπρεπε νάσουν μάστορης να τα σκοτώσεις. Γιατί εκτός του ότι ήταν σκληρόπετσα και δε τα πιάνανε εύκολα τα σκάγια, ήταν και βιρτουόζοι στον αέρα, είχαν στρατηγική. Όπου είχαν κανονίσει ν’ απαγκιάσουν, δε πήγαιναν όλα μαζί μα έστελναν ανιχνευτή. Μετά πήγαιναν τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό δεν έπρεπε να ντουφεκίσεις τον ανιχνευτή μα να λουφάξεις στη φυλάχτρα και να περιμένεις. <br />Το πιο γοητευτικό όμως ήταν το κυνήγι του λαγού στο χιόνι, γιατί συνδύαζε και την ιχνηλασία. Υπήρχαν άριστοι ιχνηλάτες τότε. Ήξεραν να διαβάζουν τον τορό, από πού έρχεται και πού πηγαίνει ο λαγός, τι κύκλους επινοεί για να μπερδέψει, πότε κάνει το πλαϊνό βήμα για να κρυφτεί στο θάμνο. Με τέτοιους κυνηγούς και ιχνηλάτες, ο λαγός ήταν καταδικασμένος και υπολόγιζε μόνο σε εμπλοκή του όπλου για να σωθεί. Πράμα που γινότανε συχνά, γιατί τα περισσότερα ντουφέκια ήταν αυτοσχέδια από ξύλο αγριελιάς κι ένα κομμάτι σωλήνα.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-1316100918444549115?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Το αίμα</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/06/08/%ce%a4%ce%bf_%ce%b1%ce%af%ce%bc%ce%b1</link>
		<pubDate>Tue, 08 Jun 2010 19:14:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/06/08/%ce%a4%ce%bf_%ce%b1%ce%af%ce%bc%ce%b1</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<br />Τη πρώτη φορά που την είδα μύριζε γιασεμί<br />Κι όποιος δεν έχει μυρίσει γιασεμί τις μέρες που ανθοβολεί <br />δε ξέρει τίποτα<br />Στην αρχή νόμισα πως αναδύθηκε σαν οπτασία <br />μέσα από το σύννεφο αυτής της θεσπέσιας ευωδιάς<br /><br />Όμως ήταν ανθρώπινη. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις. <br />Ίσως πουλούσε χαϊμαλιά πιο κάτω στην αγορά <br />και την τράβηξε στην αυλή το θεόρατο ετούτο γιασεμί.<br /><br />Δεν είχα δει  ομορφότερη. Ούτε ποτέ ξανάδα.<br /><br />Άρχισε να ανεβαίνει τα λιγοστά σκαλιά που μας χώριζαν. <br />Με κοίταζε σα να με γύρευε αιώνες. <br />Αν δε σ’ έχουν κοιτάξει έτσι, δε ξέρεις τι σημαίνει πραγματικός φόβος. <br />Πώς θα φύγεις από μία γυναίκα που σε γυρεύει αιώνες <br />και σε βλέπει ξαφνικά ολοζώντανο μπροστά της;<br /><br />Πανέμορφη. Αν δε την είδες, δε ξέρεις τι θα πει πραγματική ομορφιά. <br />Όχι δε ξέρεις.<br /><br />Είχε μέσα της μια έξαλλη ερωτική δύναμη.<br />Δεν είπε τίποτα. Με πλησίαζε κι είχα την αίσθηση <br />πως από στιγμή σε στιγμή, θα χαθώ στο πιο μαγικό <br />στο πιο φανταστικό φιλί που έχει νιώσει ποτέ άνθρωπος. <br />Ήρθαμε τόσο κοντά, που ένιωσα να με αγγίζει η άκρη του φουστανιού της. <br />Μα εκεί που ετοιμάστηκα σαν σε όνειρο να την γευτώ<br />φανέρωσε από το κόρφο της ένα μαχαίρι. <br /><br />Ένα ολόχρυσο, αστραφτερό μαχαίρι.  <br /><br />Δε ξέρω από πού το έβγαλε. <br />Ίσως να το κρατούσε απ’ την αρχή  <br />μα η ομορφιά της ήταν τόσο απόλυτη, που δεν το πρόσεξα. <br />Δε κουνήθηκα απ’ τη θέση μου. <br />Χαμογελώντας σα να με ήξερε από πάντα<br />σα να ήταν σίγουρη πως αυτό ήθελα <br />με το ένα χέρι μ’ αγκάλιασε και με το άλλο <br />βύθισε το μαχαίρι της μέσα μου. Και πάλι. Και πάλι.<br /><br />Απ’  τις πληγές ξεπηδούσαν πουλιά μονάχα <br />και αστραφτεροί στίχοι που <br />αιωρούνταν γύρω μου ιριδίζοντας.<br /><br />Πέρασα μαζί της καιρό. <br />Οι μαχαιριές είχαν μια πικρή γλύκα <br />και άφηναν μια αίσθηση πως ζω κάτι σπάνιο <br />που λίγοι μονάχα μπορούν να κατανοήσουν.<br /><br /><br />Την είδα χρόνια αργότερα. Ήταν ακόμα όμορφη. <br />μα κάτι είχε χάσει. Οι στίχοι<br />ακόμα κι όταν μου χαμογελούσε υποσχετικά <br />και με μαχαίρωνε με τον ίδιο τρόπο<br />δεν έβγαιναν από μέσα  μου . <br />Απ’ τις πληγές, έτρεχε σκέτο αίμα.<br /><br />Πέταξε θυμωμένη το χρυσό της μαχαίρι.<br /><br />«Αφού έγινες  σαν όλους τους άλλους» <br />μου είπε <br />«θέλω να κάνουμε έρωτα» <br />και με τράβηξε με βία μπροστά της να με φιλήσει.<br />Της γύρισα τη πλάτη και έφυγα, ενώ από τις πληγές μου <br />συνέχιζε να τρέχει ζεστό κόκκινο αίμα.<br />Μπήκα στο πρώτο νοσοκομείο που βρήκα.<br />Έπρεπε τώρα να συνηθίσω να ζω σαν άνθρωπος. <br />Έχοντας μέσα μου μόνο αίμα.<br /><br />Από τότε, όταν μυρίζω γιασεμί φεύγω.<br /><br /><br />Κι όμως<br />Έχω πάντα αυτή την αίσθηση <br />πως είναι ακόμη κάπου κοντά και με παρακολουθεί.<br />Έχω την αίσθηση πως τις νύχτες που κοιμάται <br />–όποιον κι αν έχει δίπλα της- με σκέφτεται <br />κι απ’ το κορμί της αναδύεται <br />αυτή η μαγική ευωδιά από γιασεμί <br />που βγαίνει απ’ τις χαραμάδες της πόρτας της<br />περνάει τους δρόμους, τα αυτοκίνητα<br />τους φουγάρους, τους νυχτοφύλακες<br /><br />πάνω από τους άγρυπνους των πάρκων μετανάστες<br /><br />τρυπώνει στο παράθυρό μου και με ξυπνά<br /><br />αφήνοντάς με να καπνίζω κρυφά απανωτά τσιγάρα στο σκοτάδι <br />μαύρα μεσάνυχτα<br />χρόνια τώρα<br />για να σβήσω με νικοτίνη τη γαμημένη μυρωδιά του γιασεμιού.<br /><br />Αλήθεια <br />πώς να ξεφύγεις από μια γυναίκα που σε γυρεύει αιώνες;<br /><br />Ξέρω πως είναι έτοιμη για κάθε καταστροφή αρκεί<br />να έχω την ευθύνη της αρχικής απόφασης <br /><br />Είναι ακόμη πολύ θυμωμένη για τα διλλήματά μου <br />Δε μπορεί να κατανοήσει πώς λέω όχι σε μια γυναίκα τόσο όμορφη<br />που έχει ξεκινήσει εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια <br />από τις ακτές τις Ιωνίας να μ’ εύρη<br />ενώ οι άλλες <br />ακόμη κι αν με θέλησαν<br />με θέλησαν μονάχα για λίγους μήνες<br /><br />Ίσως έχει δίκιο<br />αλλά πώς να διαχειριστείς ένα πάθος που κρατά<br />τρεις χιλιάδες χρόνια; <br />Φοβάμαι.<br /><br />Εδώ θα μείνω<br />Καπνίζοντας τις νύχτες απανωτά τσιγάρα <br />να σβήνω την ευωδιά του γιασεμιού με νικοτίνη<br />καρτερώντας  τη τέλεια νύχτα –μονάχα μία- <br />ή αλλιώς να συναντηθούμε σε άλλη ζωή <br /><br />εάν υπάρχει<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-3838091978361578182?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Σκλάβοι</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/04/21/%ce%a3%ce%ba%ce%bb%ce%ac%ce%b2%ce%bf%ce%b9</link>
		<pubDate>Wed, 21 Apr 2010 12:53:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/04/21/%ce%a3%ce%ba%ce%bb%ce%ac%ce%b2%ce%bf%ce%b9</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Σκλάβοι που ζουν <br />την απόγνωση μιας ειρήνης οικτρής<br />σκλάβοι που ζουν<br />την απουσία δοξασμένων θανάτων<br />γερά δεμένοι<br />σε αλυσίδες δανείων<br />και χειροπέδες<br />μηνιαίων λογαριασμών<br /><br />ωχροί ασθμαίνοντες <br />αναλώσιμοι σκλάβοι<br />οσφυοκάμπτες και σιωπηλοί<br />-προπαντός σιωπηλοί-<br />το νούμερό τους<br />στο χέρι βαστώντας<br />αναμένουν καρτερικά<br />στα σύγχρονα Νταχάου<br />σε υπηρεσίες και τράπεζες<br />σε δρόμους και νεκροταφεία<br />σιωπηλοί στη σειρά τους<br />σιωπηλά να τους θάψουν<br /><br />2007<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-7435763414200935285?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/03/29/%ce%a3%ce%91%ce%a3_%ce%95%ce%a5%ce%a7%ce%91%ce%a1%ce%99%ce%a3%ce%a4%ce%a9_%ce%9f%ce%9b%ce%9f%ce%a5%ce%a3_%ce%91%ce%a0%ce%9f_%ce%a4%ce%91_%ce%92%ce%91%ce%98%ce%97_%ce%a4%ce%97%ce%a3_%ce%9a%ce%91%ce%a1%ce%94%ce%99%ce%91%ce%a3_%ce%9c%ce%9f%ce%a5</link>
		<pubDate>Mon, 29 Mar 2010 15:33:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/03/29/%ce%a3%ce%91%ce%a3_%ce%95%ce%a5%ce%a7%ce%91%ce%a1%ce%99%ce%a3%ce%a4%ce%a9_%ce%9f%ce%9b%ce%9f%ce%a5%ce%a3_%ce%91%ce%a0%ce%9f_%ce%a4%ce%91_%ce%92%ce%91%ce%98%ce%97_%ce%a4%ce%97%ce%a3_%ce%9a%ce%91%ce%a1%ce%94%ce%99%ce%91%ce%a3_%ce%9c%ce%9f%ce%a5</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_-xOQta-9FS4/S8DGjLAvDKI/AAAAAAAAAIQ/vs_Jkh6u6xg/s1600/parousiasi+vivlioy-25+martiou+008.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_-xOQta-9FS4/S8DGjLAvDKI/AAAAAAAAAIQ/vs_Jkh6u6xg/s320/parousiasi+vivlioy-25+martiou+008.jpg" /></a><br /><br />Θέλω να ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου, όλους όσους με τίμησαν στη παρουσίαση του βιβλίου μου ''Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης-Το άγνωστο ολοκαύτωμα''.<br />Τους συγχωριανούς μου, τους φίλους από όλα τα σημεία της Βοιωτίας, τους φίλους που ήρθαν από Αθήνα, όσους παρευρέθηκαν στην σεμνή και ζεστή εκδήλωση και γέμισαν την αίθουσα εκδηλώσεων του Δημοτικού καταστήματος Καλλιθέας. Ένα μεγάλο συγνώμη σε όσους δε βρήκαν θέση και παρέμειναν κατά την διάρκεια της εκδήλωσης όρθιοι. <br />Ευχαριστώ για την παρουσία την Βουλευτή Βοιωτίας κα Τσόνογλου, τους εκπροσώπους του βουλευτή κου Γιαννάκη, τους αντινομάρχες κα Λάσπη και κο Αγγέλου, τον Δήμαρχο Τανάγρας Κυριάκου Παναγιώτη, τον Δήμαρχο Θεσπιαίων κο Πελώνη και τoν αντιδήμαρχο Θεσπιαίων, τον τ. Δήμαρχο Σχηματαρίου και υποψήφιο βουλευτή κο Γεωργίου Βαγγέλη, τον Δήμαρχο Αυλίδας κο Παύλου, τους φίλους μου Δημοτικούς Συμβούλους από το Δήμο Τανάγρας και προπαντός τον απλό κόσμο που με αγκάλιασε ζεστά σε αυτήν τη πρώτη μου και αγχωτική, ιδιαίτερα στην αρχή, εμπειρία.<br />Ευχαριστώ τον Γιάννη τον Μήτρου, τον Θανάση τον Κυριάκο, τον Βαγγέλη Μίχα και τον φίλο μου τον Χρήστο Γεωργίου.<br />Να ευχαριστήσω τον ποιητή Θοδωρή Βοριά για τον συγκινητικό χαιρετισμό του και αν ξέχασα κάποιον συγνώμη.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-1631929259725102551?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ-ΑΝΟΙΚΤΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/03/17/%ce%a0%ce%91%ce%a1%ce%9f%ce%a5%ce%a3%ce%99%ce%91%ce%a3%ce%97_%ce%92%ce%99%ce%92%ce%9b%ce%99%ce%9f%ce%a5-%ce%91%ce%9d%ce%9f%ce%99%ce%9a%ce%a4%ce%97_%ce%a0%ce%a1%ce%9f%ce%a3%ce%9a%ce%9b%ce%97%ce%a3%ce%97</link>
		<pubDate>Wed, 17 Mar 2010 13:57:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/03/17/%ce%a0%ce%91%ce%a1%ce%9f%ce%a5%ce%a3%ce%99%ce%91%ce%a3%ce%97_%ce%92%ce%99%ce%92%ce%9b%ce%99%ce%9f%ce%a5-%ce%91%ce%9d%ce%9f%ce%99%ce%9a%ce%a4%ce%97_%ce%a0%ce%a1%ce%9f%ce%a3%ce%9a%ce%9b%ce%97%ce%a3%ce%97</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_-xOQta-9FS4/S6C4C5496SI/AAAAAAAAAIA/O29WtcY1FLM/s1600-h/%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B70003.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_-xOQta-9FS4/S6C4C5496SI/AAAAAAAAAIA/O29WtcY1FLM/s320/%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B70003.jpg" /></a><br />Το Σάββατο 27 Μαρτίου 2010 και ώρα 19.30, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου «Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης-Το άγνωστο ολοκαύτωμα» του Γιώργου Πύργαρη, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημοτικού καταστήματος Καλλιθέας Θηβών. Το βιβλίο θα παρουσιάσει ο ιστορικός και κοινωνικός ανθρωπολόγος Γιάννης Μήτρου. Θα μιλήσει επίσης ο ιστορικός ερευνητής Θανάσης Κυριάκος<br /><br />ΕΚΔΟΤΗΣ: ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ.GR<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-4479893509790928293?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Η σόμπα</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/03/13/%ce%97_%cf%83%cf%8c%ce%bc%cf%80%ce%b1</link>
		<pubDate>Sat, 13 Mar 2010 10:58:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/03/13/%ce%97_%cf%83%cf%8c%ce%bc%cf%80%ce%b1</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Μα οι γονείς καταπιασμένοι με την αντάρα της γης, σταλιά σταλιά συνάζανε το γάλα του χωμάτου να θρεφτούμε. Ό,τι κάναν, το κάναν με τα μπράτσα τους. Σκληροί, με χαραγμένα χέρια και σπασμένα νύχια –σα να οργώνανε τη γη με τα δάχτυλα- δεν είχαν κέφι για τις δικές μας τσιριμόνιες. Ο καλός ο λόγος, το χάδι, πράματα σπάνια, ίσως γιατί μας ήθελαν σκληρούς σα το τόπο. Τις κρύες νύχτες, όταν εξοντωμένοι απλώναν τις παλάμες πάνω απ’ τη σόμπα, με φράσεις ξερές μας πρόσταζαν να μάθουμε γράμματα, να φύγουμε απ΄ τη λάσπη. Όμως δεν ήταν ο κόπος κι η λάσπη που τους πλάκωνε. Ήταν η περιφρόνηση απ΄ όλους αυτούς, που στέκονταν ψηλά και δε λογάριαζαν και δε ρωτούσαν. Ήταν η από χρόνια κατασταλαγμένη επίγνωση, πως θάναι για πάντα η τελευταία τρύπα της φλογέρας. Αυτοί που ίδρωναν περισσότερο, που δε χρωστούσαν κανενού. Αυτοί που σήκωναν απάνω τους, τη φάρα εκείνη που γυρεύει λίγα να δώσει και να τα πάρει όλα.<br /><br />Θα συνεχίζαμε με το βάρος αυτής της δικαίωσης.<br /><br /><br />(1999)<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-5875721230492458637?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: ΜΙΑ ΑΟΡΑΤΗ ΣΒΑΣΤΙΚΑ ΚΥΜΑΤΙΖΕΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/03/05/%ce%9c%ce%99%ce%91_%ce%91%ce%9f%ce%a1%ce%91%ce%a4%ce%97_%ce%a3%ce%92%ce%91%ce%a3%ce%a4%ce%99%ce%9a%ce%91_%ce%9a%ce%a5%ce%9c%ce%91%ce%a4%ce%99%ce%96%ce%95%ce%99_%ce%a3%ce%a4%ce%97%ce%9d_%ce%91%ce%9a%ce%a1%ce%9f%ce%a0%ce%9f%ce%9b%ce%97</link>
		<pubDate>Fri, 05 Mar 2010 16:55:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/03/05/%ce%9c%ce%99%ce%91_%ce%91%ce%9f%ce%a1%ce%91%ce%a4%ce%97_%ce%a3%ce%92%ce%91%ce%a3%ce%a4%ce%99%ce%9a%ce%91_%ce%9a%ce%a5%ce%9c%ce%91%ce%a4%ce%99%ce%96%ce%95%ce%99_%ce%a3%ce%a4%ce%97%ce%9d_%ce%91%ce%9a%ce%a1%ce%9f%ce%a0%ce%9f%ce%9b%ce%97</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	"...κι όλο προσπαθώ" έλεγε ο Ελύτης στα Δημόσια και Ιδιωτικά του "να μη βγει κακός λόγος απ' το στόμα μου..."<br />Ποτέ δε κατάλαβα καλύτερα αυτή τη φράση του, όσο σήμερα. Έχω πάρει μέσα μου την απόφαση, σε τούτο το blog να δημοσιεύονται μόνο ποιήματα. Τίποτε άλλο από αυτά που τυραννάνε το κόσμο τούτον. Μα σήμερα δεν άντεξα.<br /><br />ΜΑ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ ΜΩΡΕ;;;<br />ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ;;;<br /><br /><br />Έλληνες<br /><br />Λίγα τα ζωντανά μας σύμβολα που μείνανε ορθά. Ανάμεσα σε αυτά και ο ιερός γέροντας Μανώλης Γλέζος, που κάποτε μέσα σε χρόνια καταχνιάς και μαυρίλας, κατέβασε κρυφά τη σβάστικα απ' την Ακρόπολη και ύψωσε την γαλανόλευκη.<br />Αυτήν την ιερή μορφή σήμερα, κάποιοι στο μνημείο του Άγνωστου στρατιώτη, την χλεύασαν, την ποδοπάτησαν, την έφτυσαν.<br /><br />Έλληνες<br />από σήμερα αρχίζω να φοβάμαι. Θα έρθουν δύσκολες μέρες. Κρατήστε ψηλά ό,τι καλύτερο έχετε μες στη καρδιά σας. Μην ενδώσετε στις προσταγές του θηρίου. Οι "δυνατοί" απέδειξαν περίτρανα σε τι αδιέξοδα μπορούν να οδηγήσουν το κόσμο. <br />Οι βάρβαροι και ο Μινώταυρος ελέγχουν πλήρως την Αθήνα.<br />Μια αόρατη σβάστικα κυματίζει εδώ και χρόνια στην Ακρόπολη.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-893919684708371894?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Ο ουρανός δεν είναι τρούλος</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/02/10/%ce%9f_%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82_%ce%b4%ce%b5%ce%bd_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9_%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%82</link>
		<pubDate>Wed, 10 Feb 2010 13:20:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/02/10/%ce%9f_%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82_%ce%b4%ce%b5%ce%bd_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9_%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	-Πάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων<br />πετάνε νικημένοι<br />και περιφρονημένοι <br />οι ουρανοί-<br /><br /><br />Κείνοι, που απ' τους ανθρώπους περιμένανε<br />πολύ περίμεναν, μα δε χαθήκανε<br />Μα τούτοι που ξεχάστηκαν σκυφτοί προσευχητάδες<br />το μάτι του θεού να πείσουν πως φοβούνται<br />και μία θέση<br />στην αιώνια απόλαυση να έχουν<br />μέσα στα μαύρα ρούχα τους<br />τα ιδρωμένα, που βρωμούν<br />ακόμα σκυμμένοι περιμένουν<br /><br /><br />..........................<br /><br /><br />Ο θεός κι ο διάβολος δεν έχουν τίποτα!<br /><br />Ό, τι ζητάω, εδώ είναι<br />ό, τι ζητάω, οι άνθρωποι τόχουν<br />ξαναγυρίζω στους ανθρώπους<br />ξαναγυρίζω στα πράγματα<br />για άλλη μια φορά σας ξαναγγίζω<br /><br />δώστε μου άνθρωποι<br />ό, τι οι ουρανοί μου αρνούνται!<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-54783939715907072?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Ο εργώδης ποιητής</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/01/19/%ce%9f_%ce%b5%cf%81%ce%b3%cf%8e%ce%b4%ce%b7%cf%82_%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%82</link>
		<pubDate>Tue, 19 Jan 2010 19:45:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2010/01/19/%ce%9f_%ce%b5%cf%81%ce%b3%cf%8e%ce%b4%ce%b7%cf%82_%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	-Μήπως έχουμε<br />περισσότερα τραγούδια<br />απ' όσα μπορούμε ν' αντέξουμε;-<br /><br /><br />Ο εργώδης ποιητής<br />την εικοστή του συλλογή «Από δυσμάς» <br />πυρετωδώς εδούλευε<br /><br />Ξάφνου σταμάτησε<br />μια φράση εμπρός του<br />αφήνοντας μισή<br /><br />-θάλεγες<br />πως έτσι ωραία<br />αγωνιζόταν νάβρει<br />του στίχου μια μετατροπή-<br /><br />Μα όχι<br />ιδέα απ’ το μυαλό του πέρασε<br />άκρως μοιραία<br />και βασανιστική<br /><br />Τι άλλαξε στο κόσμο<br />μετά από τόσες συλλογές<br />μετά από τόση ποίηση;<br /><br />Ουδέν!<br />Μονάχα εκείνος μπόρεσε<br />στους κύκλους τους στενούς<br />στους κύκλους τους αμφίβολους<br />-πολλάκις έρποντας-<br />να αναρριχηθεί<br /><br />«Ας είναι…<br />να σώσει κανείς τον εαυτό του<br />μέσα σ’ αυτό το χαλασμό<br />δεν είναι δα κακό<br />ας κάνει ο καθείς ό, τι μπορεί<br />για τη δικιά του τη ζωή»<br /><br />Αυτό εσκέφθη <br />και ήσυχος επέστρεψε στη θαυμαστή <br />μα μισοτελειωμένη <br />εικοστή του συλλογή<br /><br />Γενάρης 2010<br />-Τα σκοτεινά ποιήματα-<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-1352975750073112316?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Ταξιδεύοντας για το φως</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/12/10/%ce%a4%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%8d%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82_%ce%b3%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%bf_%cf%86%cf%89%cf%82</link>
		<pubDate>Thu, 10 Dec 2009 14:05:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/12/10/%ce%a4%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%8d%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82_%ce%b3%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%bf_%cf%86%cf%89%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<br />Ταξιδεύοντας προς το φως<br />περνάς μέσα από  μέρες πικρές, παγωμένες<br />πούχουν τη σφραγίδα επάνω τους, της καταχνιάς και της λύπης<br />σύννεφα μαρμάρινα στον ουρανό, σταματημένα <br />που τα πουλιά προσκρούουν επάνω τους και πέφτουν <br />Τα βρίσκεις στο δρόμο ανάποδα τα πουλιά <br />εκτεθειμένα στη βροχή και τη λάσπη<br />κατάπληκτα, μες στην επερχόμενη σήψη τους<br /><br />Δέντρα υγρά και φύλλα πεσμένα<br /><br />Δεν έχει άλλον δρόμο να φτάσεις το φως<br />παρά να υπομείνεις τις χλωρές καταιγίδες<br />ακούγοντας σιωπηλός τη βροχή να στάζει στα κιούγκια<br /><br />Μεγάλωσες πια, οι κρόταφοι γκρίζαραν<br />Ανολοκλήρωτος ο καιρός και άφαντος ο νεκρός φίλος<br /><br /><br />.......................................... <br /><br /><br />Καμιά φορά πίσω γυρνάς, σε μέρα ολοφώτεινη<br />ανοιξιάτικη, που το φως έπεφτε σπάταλο στο τοπίο<br />πολυάριθμα θραύσματα χρυσαφιού, μόρια μεταξένια<br />μυριάδες τέτοια παντού<br />να πηδούν πάνω σου, στις πέτρες, στα δέντρα, στα λουλούδια<br />στο παλιό μαγκανοπήγαδο που έχασκε δίπλα απ’ το μικρό ξωκλήσι <br />ζαλισμένα τα έντομα από τις ευωδιές<br />να πετούν γύρω σου μεθυσμένα<br /><br />Χρύσιζε μαγικά το νιόκοπο μεσημέρι…<br /><br />-Ήμασταν αθάνατοι εκείνη τη μέρα Αντρέα και άτρωτοι<br />φορούσαμε μια αόρατη πανοπλία καθώς βαδίζαμε<br />έντομα παράξενα και μεις, στη λήθη του μεσημεριού <br />ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια<br />Δε νοιαζόμασταν για το μέλλον, τις μέρες που θάρθουν<br />μιλούσαμε μόνο για κορίτσια, ποδόσφαιρο και άγρια σπαράγγια<br />λουσμένοι στο ανοιξιάτικο φως, προαιώνιοι φίλοι<br />βυθισμένοι στην αθωότητα της άγνοιας<br /><br />γιατί η ευτυχία μόνο στην άγνοια ευδοκιμεί και ο παράδεισος<br /><br />Αν υπάρχει μια μέρα φωτεινή στη ζωή μου, αυτή είναι<br />την έχω εκ των υστέρων εξορίσει στον υψηλότερο θρόνο<br />μια μέρα χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς μεγάλες επιθυμίες<br />δυο φίλοι μονάχα, που μαζεύουν ευτυχισμένοι σπαράγγια<br />μια Μεγάλη Παρασκευή, Ανοιξιάτικη μέρα<br /><br />πού να φανταζόμασταν τότε, ότι θα ερχότανε ώρα<br />που η κακιά αστραπή θα διαπερνούσε τη πανοπλία σου<br />και θα σε μετέτρεπε ξαφνικά σε άφαντο νεκρό φίλο<br /><br />Πού νάσαι τώρα;-<br /><br /><br />…………………………………………………<br /><br /><br />Συνεχίζω να ταξιδεύω προς το φως, κυκλωμένος απ’ αυτόν τον χειμώνα<br />όπου τα πουλιά προσκρούουν στα μαρμάρινα σύννεφα<br />και πέφτουν στους δρόμους ανάποδα <br />με τα ψιλά ποδαράκια τους τεντωμένα<br /><br />συνεχίζω να γυρεύω το φως, ενώ μια υπόνοια δαγκώνει τη σκέψη<br />πως ενδέχεται να έχω συναντήσει ήδη το φως<br />πως δε μου χρωστoύν τίποτα πια οι θεοί, αφού μούδωσαν αυτήν την ημέρα<br />και πια δεν έχω μπροστά μου, παρά μόνον έναν ατέλειωτο μεγάλο χειμώνα<br />που πρέπει να τον ζήσω, γυρεύοντας απεγνωσμένα τον άφαντο φίλο<br /><br />μαζεύοντας τα πουλιά που πέφτουν νεκρά στους δρόμους<br />επειδή χτύπησαν ανύποπτα στα μαρμάρινα σύννεφα<br />πούχουν στοιχειώσει μήνες τώρα, τον ουρανό μου <br /><br /><br /><br />Δεκέμβρης 2009<br />-ελεύθερο-<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-269405832049423707?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: El mago</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/12/08/El_mago</link>
		<pubDate>Tue, 08 Dec 2009 12:12:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/12/08/El_mago</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	-στον ποιητή των γηπέδων<br />Βασίλη Τσάρτα-<br /><br /><br />Σπάνιο διαμάντι ντελικάτο<br />ψιλόλιγνο στο κέντρο της αρένας<br />σε μαχητές σκληρούς ανάμεσα <br />ως κύκνος λάμπεις<br /><br />Χορευτική φιγούρα<br />που αναιρεί την δύναμη<br />τις τακτικές, τα πλάνα<br />Αέρινη προσποίηση <br />στους φοβερούς <br />τη γλώσσα βγάζει<br /><br />Το πόδι μαγική χορδή<br />δοξάρι<br />να φεύγουν απ’ το πουθενά<br />παραμυθένιες μουσικές<br />και οι μπαλιές<br />«πάρτο και βάλτο»<br /><br />Δαίμονα λευκέ αριστοκράτη<br />φόρα σα παίρνεις στα στημένα<br />του χάους<br />της εντροπίας την οργή<br />με χάρη σημαδεύεις<br /><br />χτυπάνε κόκκινο οι καρδιές<br />και κόβονται οι ανάσες<br />προτού η μπάλα τροχιά <br />φαλτσαριστή διαγράψει<br />και «γάμα» γλείφοντας <br />λυτρωτικά<br />εις το πλεκτό φωλιάσει<br /><br /><br />Δεκέμβρης 2009<br />-ελεύθερο-<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-4036862054531643600?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Εκταφή</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/11/26/%ce%95%ce%ba%cf%84%ce%b1%cf%86%ce%ae</link>
		<pubDate>Thu, 26 Nov 2009 09:17:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/11/26/%ce%95%ce%ba%cf%84%ce%b1%cf%86%ce%ae</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Πήρα το χώμα της στα χέρια μου<br />σε μια στιγμή σιγής<br />και μέσα του σπινθήρισαν<br />τα που χρόνια ο άσκοπος<br />γύρευα ν’ αγαπήσω<br />Τώρα ξεφτυαρίζοντας πηγαίνω<br />προς ακριβό νεκρό<br />παντοτινά αναστημένο<br /><br />Μα είναι η μορφή κρυμμένη<br />δυσκολοκατάχτητη<br />πρέπει πολύ να σκάψεις<br />-καθώς αλλού σε σπρώχνει<br />σφυρίζοντας η οργή-<br />να βρεις μέσα στα χώματα τα μάτια<br />τους αγκώνες <br />τον αστράγαλο και τα χρυσά πουλιά<br />που κελαηδούν στα σταυρωμένα χέρια<br />τσιμπολογώντας διυλισμένο φως<br />και σπόρους μυστικούς των εσπερίδων<br /><br />Πρέπει πολύ να σκάψεις<br />να φτάσεις τα θαμμένα χείλη<br />που αργοσαλεύουν ψιθυρίζοντας<br />φθαρμένες συλλαβές<br />λόγια σκονισμένα…<br />«μο-λόντες λά-βε-τε<br />το-φως το α-πό-ρθη-το»<br /><br /><br />1999<br />-μαθητεία-<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-7470536657879550517?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Το χρονικό ενός ολοκαυτώματος</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/09/16/%ce%a4%ce%bf_%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%ba%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8e%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82</link>
		<pubDate>Wed, 16 Sep 2009 17:43:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/09/16/%ce%a4%ce%bf_%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%ba%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8e%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	σημείωμα 1<br />3 Νοέμβρίου 1825<br />ώρα: 14.18΄<br /><br />Σεβαστή διοίκησις<br /><br />Σήμερον οι εχθροί<br />περιέργως μας στένεψαν<br />εις εκκλησιά μικρά του Σωτήρος<br />δυτικά των Θηβών<br />εις θέσιν «Μαυρομάτι»<br />Χιλίοι απέναντι<br />και ημείς εβδομήκοντα.<br /><br />Εις την μάνδρα μανιωδώς <br />και εναλλάξ εφορμά<br />πεζούρα και καβαλαρία<br /><br />Αμυνόμεθα γενναίως.<br /><br />-Φίλια βοήθεια αναμένωμεν<br />καθώς τέσσαρας ωκύποδας<br />στα σημεία του ορίζοντος <br />από ώρα απέστειλα <br />να μας συνδράμουν οι Έλληνες <br />ή να μας θάψουν-<br /><br />ο πατριώτης<br />α. σ.<br /><br /><br /><br />σημείωμα 2<br />ώρα: 15.11΄<br /><br />Σ. Δ.<br />Αι επιθέσεις λυσσαλέαι<br />πολλάκις μάχη εκ του συστάδην <br />πολλάκις δουλεύουν μόνον χέρια μαχαίρια<br /><br />Παρά ταύτα αντέχωμεν<br />και προκαλούμε στον εχθρό<br />βλάβη μεγίστη<br /><br />ο πατριώτης<br />α. σ.<br /><br />σημείωμα 3<br />ώρα: 15.47΄<br />Σ. Δ.<br /><br />Η σάλπιξ τους<br />υποχώρηση σήμανε<br />ησυχία εις το πεδίο <br />ο εχθρός απεσύρθει <br /><br />Νενικήκαμεν;<br />Είθε!<br />Μα ουδείς ακόμη γιγνώσκει<br />Πιθανή ανασυγκρότηση<br /><br />Στας θέσεις μας ακίνητοι <br />αναμένωμεν ίσως<br />επίθεσιν γενικήν<br /><br />Βοήθεια ακόμη ουχί<br /><br />ο πατριώτης<br />α. σ.<br /><br /><br />σημείωμα 4<br />ώρα: 16.22΄<br />Σ. Δ.<br /><br />Επίθεσις εχθρού σφοδροτάτη!<br />Κυκλωμένοι από παντού.<br />Πολεμοφόδια ολίγα<br />Εις σημεία ο εχθρός την αντίσταση σπα<br />οδός διαφυγής ουδεμία<br /><br />…………………………<br /><br />Υποχώρηση σχεδιάζω<br />εντός του ναού<br /><br />-Ευελπιστούμε σε βοήθεια προς νίκην<br />ή <br />παρά του επερχόμενου σκότους <br />και νυκτός<br />αβλαβείς να διαφύγωμεν-<br /><br />ο πατριώτης<br />α. σ.<br /><br /><br />σημείωμα 5<br />ώρα: 17.42΄<br />Σ. Δ.<br /><br />Εις εκκλησιά εστενέφθημεν σαράντα οκτώ<br />εξ’ αυτών τραυματίαι δώδεκα<br />πονούν στας πληγάς και ουρλιάζουν<br />Κάνουμε δι’ αυτούς<br />ό, τι ημπορούμε.<br /><br />Νεκροί στο προαύλιον είκοσι δύο<br />-μεταξύ αυτών <br />και ο αυτάδελφός μου Κωνσταντίνος-<br />Τους πατούν οι εχθροί και τ’ αλόγατα<br />-Δεν επερισυλλέγησαν<br />διότι μικρός ο ναός <br />και ο χώρος εντός<br />διά τους ζώντας πολύτιμος.<br /><br />Μικρός ο ναός και διέταξα<br />-μη απ’ έξω φαινόμεθα-<br />να σβησθούν τα καντήλια<br /><br />Σκότος!<br /><br /><br />ο πατριώτης<br />α. σ.<br /><br /><br />σημείωμα 6<br />ώρα: 18. 12΄<br />Σ. Δ.<br /><br />Φευγαλέαι σκιαί απ’ τα τρίλοβα<br />φωναί των εχθρών και κραυγαί<br />μάλλον διαταγαί<br />έμπροσθεν της ξύλινης θύρας<br /><br />Βήματα στη στέγη και δαυλοί<br />κακό ετοιμάζουν<br />πολεμοφόδια τέλος<br />βοήθεια ουχί<br /><br />είμεθα χαμένοι<br /><br /><br />α. σ.<br /><br /><br />σημείωμα 7<br />ώρα 18.46΄<br />Σεβαστή Διοίκησις<br /><br />Επιχειρήσαμεν έξοδον.<br />Ήτο αδύνατος<br />χαλάζι τα βόλια στη θύρα<br />και άλλοι νεκροί<br />και άλλοι τραυματίαι<br />Τους ετραβήξαμε.<br /><br />Ξανά εντός εστενέφθημεν.<br /><br />-Στο σκότος τα πρόσωπα<br />των αγίων στους τοίχους<br />ημάς προστατεύουν…-<br /><br />α. σ.<br /><br /><br />σημείωμα 8<br />ώρα: 19.13΄<br />Σ. Δ.<br /><br />Αδυνατώ να αναφέρω<br />αδυνατώ να ανασάνω<br />ευφλέκτας έρριψαν ύλας<br />οβούζια εκ της στέγης <br />ανίσως μας κτυπούν<br />Πυρ, φωτιές <br />καπνοί παντού!<br />Οιμωγαί...<br />Άντρες φλεγόμενοι<br />Φωτιές στα σώματα τσιρίζουν...<br /><br /><br />σημείωμα 9<br />ώρα: 19.27΄<br /><br />Πιθανώς νεκροί όλοι...<br />-έμπροσθέν μου μόλις εξέπνευσε<br />κι ο γυναικάδελφος Βιέννας<br /><br />-Αναμένω ξιφήρης εις θύραν<br />διά πνοήν παλεύοντας…<br /><br /><br />σημείωμα 10<br />ώρα: 19.39<br /><br />Παγεραί εικόναι αγίων<br />στας φλόγας φεγγίζουν<br /><br />Αδυνατώ τη πνοήν...<br />Ορυμαγδός...<br /><br />Τελευταίος oρθός<br />εντός σεπτού ναού <br />που ομοιάζει <br />κόλασις τώρα<br /><br />Η οσμή απαισία<br />μελανά εις το πάτωμα αναθρώσκουν<br />των συντρόφων τα σώματα <br />που πάνω τους<br />τόπο δεν έχω και πατώ<br /><br />Ορυμαγδός και ζάλη!<br /><br />Μόνος εν μέσω εχθρών ζωντανών<br />και φίλων απανθρακωμένων<br /><br />Καταραμένος <br />ο μόνος που έμεινε να ιδεί <br />φριχτή τέτοιαν εικόνα<br /><br /><br />.......................................<br /><br /><br /><br />σημείωμα 11<br /><br />Και άλλα οβούζια!<br /><br />................<br /><br />Φλόγαι με πνίγουν<br />και βόλια με τρυπούν<br /><br />...............<br /><br />Σεβαστή διοίκησις<br />καιόμενος πέφτω<br /><br />Έλληνες!<br />εδώ κείμεθα<br />σάρκαι καμέναι<br /><br />ελευθερία...<br />ελευθερία… ή… θάνατος<br /><br />............<br /><br />(Μικρέ μου Γιάννη νοσταλγώ<br />το δροσερό σου μάγουλο<br />στα χείλη τα πικρά μου)<br /><br />άλλην πνοή ουκ…<br />ουκ έχω<br /><br />………………………………<br /><br />3 Νοεμβρίου 1825<br />ώρα: 19.46΄<br />ο πατριώτης<br />στρατηγός<br />αθανάσιος σκουρτανιώτης<br /><br /><br /><br />Σεπτέμβρης 2009<br />-ελεύθερο-<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-3456046158928548478?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Να ξημερώσει καρτερεί</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/07/01/%ce%9d%ce%b1_%ce%be%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%cf%8e%cf%83%ce%b5%ce%b9_%ce%ba%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b5%ce%af</link>
		<pubDate>Wed, 01 Jul 2009 10:06:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/07/01/%ce%9d%ce%b1_%ce%be%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%cf%8e%cf%83%ce%b5%ce%b9_%ce%ba%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b5%ce%af</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	"Εν αναμονή εργαστηριακών αποτελεσμάτων<br />πιστοποιείται ο αιφνίδιος εξ' ανακοπής θάνατος<br />του Ανδρέα Μ. ετών 39<br />ενώ εκοιμόταν..."<br /><br /><br />Ο Ανδρέας εκοιμήθηκε νωρίς<br />είχε δουλειές στη πόλη το πρωί<br />-λογαριασμούς να πλήρωνε<br />και ψώνια-<br /><br />Όμως δεν άκουσε σαν ήρθε η αυγή<br />τη γοερή της μάννας του κραυγή<br />δε συμμετείχε<br />στις μάταιες προσπάθειες<br />να τον επαναφέρουν στη ζωή<br />διόλου δεν αισθάνθηκε<br />της νεκροψίας τα νυστέρια<br /><br />Ο Ανδρέας τα πάντα αγνοεί<br />τη συντριβή του κόσμου<br />τη κηδεία<br /><br />.........<br /><br />Τόσος επέρασε καιρός<br />κι αυτός<br />ακόμη περιμένει να ξυπνήσει<br />γιατί έχει δουλειές στη πόλη το πρωί<br />κι έναν καφέ επιθυμεί<br />στης κεντρικής πλατείας<br />τα δροσερά πλατάνια<br /><br />Τα πάντα ο Ανδρέας αγνοεί<br />σαράντα μέρες τώρα καρτερεί<br />να ξημερώσει<br /><br /><br />Ιούλιος 2009<br />-ελεύθερο-<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-4648354888122954601?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Νέα Αθήνα</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/06/13/%ce%9d%ce%ad%ce%b1_%ce%91%ce%b8%ce%ae%ce%bd%ce%b1</link>
		<pubDate>Sat, 13 Jun 2009 17:47:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/06/13/%ce%9d%ce%ad%ce%b1_%ce%91%ce%b8%ce%ae%ce%bd%ce%b1</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Πέραν του θαυμαστού σου άλματος <br />νέα Αθήνα<br />του τυφλού αβέβαιου βήματος πέρα<br />κρίκος εσύ <br />από την αλυσίδα της πληρωμής να δραπετεύσεις<br />να υψωθείς <br />-απρόσιτη του σπαραγμού<br />πάνω απ' τις συμφορές του-<br /><br />τόσων αιώνων πόθοι ευσεβείς<br />δεν έσπασαν το γόρδιο δεσμό<br />δεν άνθισε ευχής μαργαριτάρι<br /><br />Ακόμη προσφέρεις το μερτικό της θυσίας<br />και όπως παλιά<br />καράβι ναυλώνεις με μαύρα πανιά<br />φόρο στον Μίνωα<br />βορά στο Μινώταυρο<br /><br /><br />(1998)<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-3933480956871418995?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Αστραπές</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/05/25/%ce%91%cf%83%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%80%ce%ad%cf%82</link>
		<pubDate>Mon, 25 May 2009 17:07:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/05/25/%ce%91%cf%83%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%80%ce%ad%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	-Μια καταιγίδα μ’ απειλεί<br />όσο κι αν μένεις σιωπηλή<br />σαν έρχομαι σιμά σου-<br /><br /><br />Όσα κρατάς για μένα εκλεκτή<br />μέσα στα μάτια σου αθέλητα φεγγίζουν<br />-ερωτικές αναλαμπές και αστραπές<br />που προσπαθείς σα σύννεφο<br />αδέξια να κρύψεις-<br /><br />Μοιάζεις με σύννεφο!<br />Που χρόνια σύναζε υδρατμούς<br />κι αόρατα τους πόθους<br /><br />……………………………<br /><br />-Κι αν χρόνια καρτερώ<br />τη καταιγίδα σου,<br />βιάση δε θέλει για ναρθεί<br /><br />Με μαεστρία μυστική<br />θα σε φυσήσω.<br />Γλυκά θα σ’ οδηγήσω<br />σε μιαν απόμερη γωνιά<br />παράνομο κλινάρι<br /><br />Κι εκεί<br />ετοιμοστάλαχτη βροχή<br />λυτρωτικά θα αφεθεί<br />το ραγισμένο χώμα μου<br />αργά να το νοτίσει-<br /><br /><br />Μάιος 2009<br />Από την συλλογή ''Ωραιοδίνη''<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-1046147862519537081?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Πρόγονοι</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/05/23/%ce%a0%cf%81%cf%8c%ce%b3%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%b9</link>
		<pubDate>Sat, 23 May 2009 09:12:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/05/23/%ce%a0%cf%81%cf%8c%ce%b3%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%b9</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	-Χρυσά στο χώμα, δαχτυλίδια θαμμένα<br />στεφάνια σε δάχτυλα σκελετωμένα<br />που έγδαραν κάποτε σα σύκο τη πέτρα<br />αστραφτερές φανερώνοντας πολιτείες<br />που ακουμπάνε τα νέφη<br />με τα καλά και τα σκουπίδια τους<br />αεροπλάνα πετώντας η μια στην άλλη<br />τσαλακωμένα χάδια-<br /><br /><br />Μήπως με σφουγγάρι αν έσβηνες<br />κάτω απ΄ τα πόδια τους τη γη<br />μήπως δε θάβλεπες<br /><br />μετέωροι στον ουρανό περπάτησαν<br />τη μοναξιά χιλιοφυτεύοντας<br />σ΄ εξορισμένη σκόνη<br />καρπούς συλλέγοντας με ιδρό<br />που τείνανε να μοιάσουν σε πλανήτες<br /> <br />καλντρίμια μη δεν έστρωσαν στους  γαλαξίες χαμένοι<br />πέτρες σπέρνοντας στο χωματένιο τίποτα<br />απ’ τη καρδιά προς αλλωνών καρδιές<br /><br />Μη δεν ασβέστωσαν κενού κομμάτια<br />την άβυσσο καμώμενοι πως δεν κοιτούν<br />Μη δε ζητιάνεψαν τη δύναμη<br />ικέτες πέφτοντας σε πόδια ομοιωμάτων<br />μήπως δε τρύγησαν με κόπο μυστικά<br /><br />Τοίχους πλινθόκτιστους <br />τοίχους πλινθόκτιστους μήπως δεν ύψωσαν <br />ελπίδα θέρους να στεγάσουν μακρινού<br /><br />σκότους βουνά με χεροδρέπανα<br />σκότους βουνά μήπως δεν έδρεψαν <br />να πάρουν στάλες φως<br />μήπως αυτό το φως δε χάρισαν<br />σμιλεύοντας τη πέτρα σε δάχτυλα θεριά<br />που δείχνουνε το δρόμο<br /><br />Μήπως το εύθραυστο του στέρνου τους δεν ύψωσαν<br />ασπίδα  στις τρίαινες του καιρού<br />μήπως πρόθυμα δεν έπεσαν<br />να προστατέψουν τα χλωμά<br />την αμυδρή ελπίδα<br /><br />Μήπως στο κρόταφο δε βύθισαν το στοίχημα μαχαίρι<br />τον νόμο να πατήσουν τον απάτητο, του φονικού<br /><br />Μήπως καθώς τελείωναν<br />σε ουρανογωνιάς φτωχό κρεβάτι<br />δεν αλαφιάστηκαν σα τον αμνό<br />απ’ το λεπίδι κάτω του θανάτου<br />μήπως δε πρόσφεραν την ύστατη στιγμή<br />το δάκρυ τους το πέτρινο, προικιό και προσταγή  <br /><br />Μήπως θεοί δεν έγιναν<br />τη βάσανο περνώντας του ανθρώπου<br />θεοί που άφησαν την έγνοια και τον ίσκιο τους<br />σαν άδεια ρούχα εδώ να τριγυρνούν<br /><br />μήπως δε τα πετροβολούν<br />σα ναν αδέσποτα σκυλιά τα ρούχα τους<br />και τ' όνομά τους δε ποδοπατούν<br /><br />..................<br /><br />Μα τώρα πάρτε τους <br />τους ακριβούς νεκρούς<br />που τόσα χρόνια σκάβοντας στο δρόμο της πομπής<br />τους έψαξα και μάτωσα και βρήκα<br />Ψηλά κρατήστε τους κρατήστε τους ψηλά<br />και σ' αμμουδιά καθώς τους πρέπει αυγινή τραβάτε<br />Εκεί αποθέστε τους<br />τ' αγκυλωμένα μέλη με λάδι αλείψτε να σαλέψουν<br />να σηκωθούν<br />γιατί έχουν γίνει οι πληγές πηγές<br />και ρέουν θαύματα οι νεκροί μου<br /><br />...............................<br /><br />Άγιες βρύσες οι νεκροί μου<br />να πλυθούμε<br /><br /><br />(1999)<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-2656305870669339419?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Ποιητές</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/05/09/%ce%a0%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ad%cf%82</link>
		<pubDate>Sat, 09 May 2009 10:21:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/05/09/%ce%a0%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ad%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Μικρά, τρελά<br />του πόθου παιδιά<br />που στους καθρέφτες <br />όχι πρόσωπα<br />μα λάμψεις κοιτούν<br />και χτενίζουν<br />αντί για μαλλιά<br />φλόγες<br /><br /><br />1996<br />ελεύθερο<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-8784733289776851139?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Η πεταλούδα της ανάστασης</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/04/11/%ce%97_%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b1_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82</link>
		<pubDate>Sat, 11 Apr 2009 17:21:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/04/11/%ce%97_%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b1_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Στη καρδιά του ασάλευτου σκότους<br />μες στο άδειο κρανίο <br />του χρόνια θαμμένου νεκρού<br />μια πεταλούδα με πασπαλισμένα φτερά <br />από τη μαύρη γύρη της λήθης<br />αδιάκοπα πετά<br /><br />Ξαποσταίνει συχνά<br />στους απόκρημνους βράχους <br />των αποσυνθεμένων αναμνήσεων<br />Τους στήμονες του ανεκπλήρωτου<br />συχνά επισκέπτεται<br />ή στέκεται ώρες κολλημένη<br />στο θόλο του μετωπιαίου <br />ονειρευόμενη πάλι το φως<br />τα πράσινα φωτεινά περιβόλια.<br /><br />Έτσι καρτερικά αναμένει <br />τους μεγάλους τριγμούς<br />τη ξαφνική του θόλου ραγισματιά<br />τη πρώτη της οροφής κατακρήμνιση<br /><br />…  <br /><br />Το ραγδαίο φως να τη περιλούσει<br />η πεταλούδα του νεκρού αναμένει <br />σημασία μη δίνοντας<br />στη λάσπη που στάζει αργά<br />απ’ τη βρεγματική ραφή<br />και το χώρο της όσο περνά ο καιρός<br />ανεπαισθήτως καταλαμβάνει<br /><br /><br />Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"<br />11 Απριλίου 2009<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-176122150997048953?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Αποκαθήλωση</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/04/09/%ce%91%cf%80%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7</link>
		<pubDate>Thu, 09 Apr 2009 17:54:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/04/09/%ce%91%cf%80%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Αυτή η αποκαθήλωση δεν ήταν ιερή<br />ούτε το ρίγος είχε που αρμόζει<br />απρόσεχτα απ' τις παλάμες τραβηχτήκαν τα καρφιά<br />κι άδειο σακί το λείψανο<br />σωριάστηκε στο χώμα<br /><br />Καμιά γλυκιά μητέρα, κανένας φίλος<br />καμιά Μαγδαληνή<br />δε βρέθηκε εκεί να τονε πλύνει<br /><br />ούτε σταγόνα μύρο<br />και πουθενά λευκό σεντόνι<br />-μάλλον πολλοί χαρήκανε<br />για τούτη τη κατάντια-<br /><br />Κόκκινος ορίζοντας σαν αίμα<br /><br />Στου μαρτυρίου το βουνό δε στάζει δάκρυ<br />ο κάποτε περήφανος<br />άδειο κουφάρι στη κορφή<br />και πάνωθέ του κρώζουνε κοράκια<br /><br />...<br /><br />Κι όμως<br />και κείνος κάποτε την Ιερουσαλήμ<br />είχε γοητεύσει.<br /><br /><br />Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"<br />2006<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-2669265943844769856?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: El Greco</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/02/14/El_Greco</link>
		<pubDate>Sat, 14 Feb 2009 13:08:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/02/14/El_Greco</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	-Των μερικών ο θάνατος χταπόδι αστραπή<br />μέσα σε βράχους σπέρνει γεννήσεις άπειρες <br />Των μερικών ο θάνατος αγνός <br />ολόδροσος<br />μπρούτζος στεφανωμένος-<br /><br />Πώς πέρασαν Δομήνικε αιώνες τέσσερις<br />μέσα στου βράχου τη σιωπή <br />πώς άντεξες ανείδωτος<br />του βράχου τη σφιχτάδα<br />-υπόκωφα ακούγοντας αυτού του κόσμου τη βουή<br />αιώνες τέσσερις<br />υπόκωφα ακούγοντας τα πονεμένα ανθρώπινα-<br /><br />Δεν είναι αέρας μήτε απαλό φτερούγισμα περιστεριού<br />μα ένα κλάμα σιωπηλό κρυμμένο μες στη πέτρα<br />κλάμα από μπρούτζο που καίγεται για φως<br />ξανά να δει τα πονεμένα ανθρώπινα<br />στεφανωμένος μπρούτζος με το λαιμό μακρύ σα κύκνου<br />ξανά στο φως ξανά στα πονεμένα ανθρώπινα<br />με μάτια αμφορείς <br />σφουγγάρια<br />της ομορφιάς μα και των στεναγμών<br /><br />τα μάτια σου Δομήνικε <br />στεγνά σφουγγάρια ομορφιάς <br />και αμφορείς τα μάτια σου<br />δακρύων, στεναγμών<br /><br /><br />-Μελέτη πάνω στο γλυπτό "αφιέρωμα 2 στον Θεοτοκόπουλο" του Χρήστου Γεωργίου. Το γλυπτό εδώ: <a href="http://georgiouchristos.blogspot.com/2009/02/2.html">[georgiouchristos.blogspot.com]</a> <br /><br /><br />(Φλεβάρης 2009)<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-9004775577224585002?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Τα λιθάρια</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/02/05/%ce%a4%ce%b1_%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1</link>
		<pubDate>Thu, 05 Feb 2009 15:00:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/02/05/%ce%a4%ce%b1_%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<br />Οι οδοιπόροι που μακάριοι πέρασαν <br />από τούτη την άνυδρη γη <br />-με τα σπαρμένα μέχρι τον ορίζοντα <br />θεόρατα λιθάρια-<br />πέρασαν ξένοι<br /><br />παραπανίσιο βλέμμα <br />στην αφιλόξενη ερημιά <br />δε χάρισαν<br /><br />Μονάχα ο νάνος γλύπτης Βιλδαράν<br />τον τόπο τον ανίσκιωτο σαν είδε<br />αγαλλίασε<br /><br />-«Ευλογημένος τόπος!<br />Αυτά που όλοι για λιθάρια περνούν<br />λιθάρια δεν είναι<br /><br />μέσα τους<br />χίλιες παγιδευμένες μορφές<br />εμένα!<br />τον γλύπτη Βιλδαράν καρτερούν<br />απ’ το σκληρό που τις ντύνει πουρί<br />μ’ ένα σκαρπέλο και σφυρί<br />προσεκτικά  να λευτερώσω<br /><br />και στων φτωχών οδοιπόρων τα μάτια<br />τις τόσες κρυμμένες μορφές<br />θαμβωτικές να παραδώσω!»<br /><br /><br />2009<br />Χαρισμένο στον φίλο μου γλύπτη<br />Χρήστο Γεωργίου<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-1940332303269655658?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Η βροχή</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/01/28/%ce%97_%ce%b2%cf%81%ce%bf%cf%87%ce%ae</link>
		<pubDate>Wed, 28 Jan 2009 17:06:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/01/28/%ce%97_%ce%b2%cf%81%ce%bf%cf%87%ce%ae</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<br />Αδιόρατα πέφτει συνεχώς <br />μια βροχή μαγική<br /><br />Μαγκάνια κι ιδρωμένα που γυαλίζουν άλογα<br />ξύλινα σκουτιά, δρέπανα, κάρα<br />ξέφτια στο πάτωμα μιας μνήμης μοιρασμένης<br /><br />Τα λόγια που είπαν στην ανάπαυλα<br />του Αλεξάνδρου στρατιώτες δυο <br />σε μακρινού μεσημεριού δεμένα το κοντό σχοινί<br />παροπλισμένα<br /><br />Του ελαχίστου το ελάχιστο η ιστορία γνωρίζει<br /><br />Ασημένιοι άσφαλτοι στη κοιλιά της αυγής<br />Καραδοκούντα όρνεα και γέρακες ψηλά<br />απ΄ των πυλώνων τη συριστή ιαχή<br />Σαύρες, τερατομηχανές συνωστισμοί <br />και οι ψυχές<br />σπουργίτια απουπούλωτα απ’ τη φωλιά πεσμένα<br />σε δόντια γραναζιών<br /><br />Βολίδες μηχανές <br />που κελαρύζουν στη κλωστή της ταχύτητας<br />αναβάτες που πίνουν τη πνοή τους σα κρασί<br />έμβολα, στρόφαλοι, βαλβίδες των ανθρώπων τα σπλάχνα<br /><br />που χύνονται στο αβέβαιο στένεμα με τη δύναμη όλη<br />ενώ βυθίζονται τα δάση στους κροτάφους<br />και οι σπαρτοί φουγάροι<br /><br />Κάνες στραμμένες στης ανυποψίας το λευκό μέτωπο<br />μανία ανεξιχνίαστη ροκανίζει την υπομονή της σκανδάλης<br />σε απροσπέλαστα σπήλαια αλυχτίζουν οι αποφάσεις και πήζουνε<br />κατηφορίζοντας κοιλάδες πολύβουες<br />λάβα που πετρώνει του αντιλόγου τα στόματα<br /><br />Γυαλίζει στη θύελλα <br />το συνιστάμενο μπράτσο<br />που το τιμόνι κρατεί<br />του αιώνα το ένα ποδάρι στη σελάνα πατεί<br />το άλλο<br /><br />στη κινούμενη άμμο της λήθης<br />στολισμένο ευχές και προθέσεις άριστες<br />ολοένα βυθίζεται<br /><br />Αδιόρατα πέφτει συνεχώς<br />μια βροχή μαγική<br /><br /><br />1998<br />Από την συλλογή ''γενιά μεμβράνη''<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-6572401377997870644?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Τα λιοντάρια της Καλαχάρι</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/01/14/%ce%a4%ce%b1_%ce%bb%ce%b9%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%9a%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%87%ce%ac%cf%81%ce%b9</link>
		<pubDate>Wed, 14 Jan 2009 13:08:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/01/14/%ce%a4%ce%b1_%ce%bb%ce%b9%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%9a%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%87%ce%ac%cf%81%ce%b9</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<br />Πόσο όμορφα εδώ<br />σ' αυτή την έρημο<br />που λένε Καλαχάρι!<br /><br />Φάγαμε γρυλίζοντας και σήμερα<br />πάνω απ’ τη λεία μας<br />φάγαμε μαλώνοντας <br />για θεσπέσια σπλάχνα<br /><br />Μονάχα κόκαλα γυμνά<br />στις ύαινες αφήσαμε <br />κι αποχωρίσαμε αργά<br />του κόσμου βασιλιάδες<br /><br />-γιατί εμείς πιστεύουμε μόνο <br />την ακούσια  πείνα μας<br />και τούτη την έρημο <br />που λένε Καλαχάρι-<br /><br />Τώρα στους ίσκιους<br />ο ένας γλείφει του άλλου<br />τα ματωμένα σαγόνια<br />ο ένας του άλλου<br />τη λευκή αθωότητα<br /><br /><br />2009<br />Aπό την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-2483554936167882369?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Του ποιητή τα θαύματα</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/01/09/%ce%a4%ce%bf%cf%85_%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ae_%cf%84%ce%b1_%ce%b8%ce%b1%cf%8d%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1</link>
		<pubDate>Fri, 09 Jan 2009 12:52:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/01/09/%ce%a4%ce%bf%cf%85_%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ae_%cf%84%ce%b1_%ce%b8%ce%b1%cf%8d%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<br />Μορφές που κάποτε περάσαν και μ’ αγγίξαν<br />μορφές που κάποτε σαν όλους μας εζήσαν<br />νεκροί, πούχουν υπάρξει κι έχουν σβήσει<br />απ’ άκρη σ’ άκρη μ’ έχουν κατακλύσει<br />-ακίνητα, κουλουριασμένα, ναρκωμένα<br />ωραία φίδια παγωμένα-<br /><br />δίχως φωνή, δίχως ζωή<br />να καρτεράνε τη στιγμή<br />να βρω καιρό, να βρω τον ήλιο<br />να βρω γαλήνη και βασίλειο<br />για άλλη μια να πάω πίσω<br />και στα χαρτιά να τους ξυπνήσω<br /><br />Νεκροί στα σάβανά τους καρτερούνε<br />εμέ τον ποιητή για να σωθούνε<br />Σα το Χριστό κοντά τους θα σταθώ<br />«Δεύρο εσύ!» θα πω, αφού προσευχηθώ<br />-κι ευθύς θα ζωντανεύω τους τον βίο<br />αθάνατοι να ζήσουν στο βιβλίο-<br /><br />Όμως, δε θα μπορέσω ν’ αποφύγω<br />-όταν από τον κόσμο τούτο φύγω-<br />τον φόβο που θα μ’ έχει κυριεύσει<br />«εμένα, ποιος θα ζωντανέψει;»<br /><br /><br />Γενάρης 2009<br />ελεύθερο<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-4587842464362035871?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Δρόμοι γεμάτοι αίματα</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/01/02/%ce%94%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%ce%b9_%ce%b3%ce%b5%ce%bc%ce%ac%cf%84%ce%bf%ce%b9_%ce%b1%ce%af%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1</link>
		<pubDate>Fri, 02 Jan 2009 11:10:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2009/01/02/%ce%94%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%ce%b9_%ce%b3%ce%b5%ce%bc%ce%ac%cf%84%ce%bf%ce%b9_%ce%b1%ce%af%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Δρόμοι γεμάτοι αίματα<br />και γω<br /><br />βαρέθηκα τον άσπιλο το ποιητή<br />τη ιερή του πίστη<br />πως είναι τάχα άγγελος <br />πηδαλιούχος μέγας<br />του παραδείσιου κόσμου<br /><br />Βαρέθηκα τη φήμη<br />των φτερωτών αρμάτων<br />τη δικαιολογία<br />πως ένα ελάφι τρέφει τάχα στη καρδιά<br />που πρέπει<br />από τις ύαινες να σώσει<br /><br />Βαρέθηκα<br />την ιερή του πίστη<br />πως δεν αρμόζει στα σεπτά του πόδια<br />το ανάξιο τούτο χώμα να πατούν<br /> <br />Σιχάθηκα την αισχροκέρδειά του<br />την ανημπόρια να κάνει σημαία<br />να εξορίζεται σε φανταιζί<br />κι ανύπαρκτες οάσεις<br />αγνοώντας<br />πως έχει ξεβραστεί<br />απόβλητος<br />στα ιδιωτικά του σύννεφα<br />και κάτεργα<br />καταδικασμένος να μην ενοχλεί<br />μόνο να ονειρεύεται<br />γιατί φοβάται ο αισχρός<br />αληθινά να ζήσει<br /><br />Αγοραφοβικός<br />και ονειροπαρμένος<br />που με το δάχτυλο ειρωνικά τον δείχνουν<br />σίγουροι πως από τέτοιον ποιητή<br />δε κινδυνεύουν<br /><br />-Δρόμοι γεμάτοι αίματα<br />και γω<br />μετράω απουσίες<br /><br /><br />2006<br />Από την συλλογή ''Τα σκοτεινά ποιήματα''<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-2589135520445823809?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Νέα Αδεσσπιόρα</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2008/12/19/%ce%9d%ce%ad%ce%b1_%ce%91%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%cf%80%ce%b9%cf%8c%cf%81%ce%b1</link>
		<pubDate>Fri, 19 Dec 2008 14:37:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2008/12/19/%ce%9d%ce%ad%ce%b1_%ce%91%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%cf%80%ce%b9%cf%8c%cf%81%ce%b1</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	-χαρισμένο στη Σοφία Κολοτούρου-<br /><br />Κοίτα πώς πάνε να σου εξαλείψουνε το πόνο<br />κοίτα πώς πάνε να σου εξαλείψουνε το βάρος<br />με φίλτρα μαγικά<br />με φίλτρα μαγικά της νέας Αδεσσπιόρας<br />κοίτα πώς πάνε να σε κάνουνε ισχνό πολίτη<br />της νέας Αδεσσπιόρας<br />Σε ξεφορτώθηκαν<br />σ’ εξόρισαν στα ηλεκτρονικά πολύχρωμα καβούκια σου<br />κοίτα πόσο μαεστρικά σ’ αποκοιμίζουν<br /><br />Κοίτα πώς κατάντησες στη νέα Αδεσσπιόρα<br />να έχεις γνώμη μα να μην έχεις δύναμη<br />κάτι ν’ αλλάξεις<br /><br />Τα σμήνη έρχονται οι ακρίδες<br />στο μάτι το τεράστιο του στήθους σου να σωριαστούν<br />να το σκεπάσουν<br />το μάτι που όλα τάβλεπε<br />και τάκρινε όλα<br />πούδινε κραυγή στα μέρη της καρδιάς<br />και σήκωνε το χέρι<br />Κοίτα πώς σε μάντρωσαν σε κήπους πλαστικούς<br />γεμίσαν τα ψυγεία σου για εκατό χρονώ τροφή<br />να μη φοβάσαι<br /><br />Κοίτα πέρα από τη γη της νέας Αδεσσπιόρας<br />τις μύγες απάνω στα παιδιά<br />που κοιμηθήκανε για πάντα<br />σ’ απελπισμένες των μητέρων αγκαλιές<br />που άδειες ορκίστηκαν εκδίκηση<br />στων ποιητών τους ύπνους<br />και φτύσανε τον ήλιο<br /><br />Πιο λίγα είχαν οι γιαγιάδες σου και όμως<br />μοιράζαν καρβέλι αχνιστό<br />στης γειτονιάς τους πεινασμένους<br />γι’ αυτό τα κόκαλά τους πήρανε<br />και φύγανε μια νύχτα<br />πομπή οργής απ’ τη Αδεσσπιόρα<br />στο ξάστερο ουρανό<br />μ’ ένα τρελό από κατάρες βουητό<br /><br />δεν έχει προγόνων κόκαλα πια η Αδεσσπιόρα<br />κι είναι κακό αυτό<br />πολύ κακό…<br /><br /><br />1997<br />Από την συλλογή ''μαθητεία''<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-7584156397265515500?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Ουδείς δύναται</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2008/11/11/%ce%9f%cf%85%ce%b4%ce%b5%ce%af%cf%82_%ce%b4%cf%8d%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%b9</link>
		<pubDate>Tue, 11 Nov 2008 08:50:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2008/11/11/%ce%9f%cf%85%ce%b4%ce%b5%ce%af%cf%82_%ce%b4%cf%8d%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%b9</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Αν προσεκτικά αφουγκραστείς<br />τα ξύλινα μπαούλα του<br />τα παρατημένα,<br /><br />φουρφουρίζουν μέσα τους κλειδωμένα πουλιά<br />διπλωμένα μουχλιάζουν τα όνειρα<br />και σκώροι απειλούν της νεότητας<br />διάττοντες στίχους<br /><br />-Διότι<br />(δεν είναι μυστικό)<br />αφειδώς ενδυόταν κάποτε <br />αυτός την ουτοπία-<br /><br /><br />Όμως ανήρ, ως αποδείχτηκε,  ρεαλιστής<br />και συνετός<br />στην ουτοπία εν τέλει δεν ενέδωσε<br />πέταξε τους κύβους<br /><br />........................<br /><br />Ωστόσο,<br />σε αρκετούς ακόμη συμπαθής.<br />-ενδέχεται και να θαυμάζουν<br />τους φυσικούς του τρόπους<br />τα φιλικά του μάτια<br />τη δύναμη της θέσης του<br />ακόμα και τα ρούχα<br />που αφορμές δε δίδουν-<br /><br />Όμως <br />ουδείς δύναται να δει<br />πίσω από τη πλάτη του<br />(απ’ το σακάκι κάτω<br />και  το λευκό πουκάμισο)<br />τη ρόδινη ανάγλυφη πληγή<br />μεγάλη σαν ανθρώπινο κεφάλι<br />-κακοφορμίζει ολοζώντανη <br />και ζεματά στη πλάτη του<br />καυτός κακός πλανήτης-<br /><br />...........................<br /><br />Ουδείς, δύναται να υποπτευθεί<br />την ανοιχτή πληγή<br /><br />γιατί<br />στην ουτοπία εκείνος δεν ενέδωσε<br />και στους ανάξιους μορφασμούς<br />χειρίστου πόνου<br /><br /><br />(2008)<br />Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-304369427644641792?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Πύργαρης: Ο νέος Θησέας</title>
		<link>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2008/11/05/%ce%9f_%ce%bd%ce%ad%ce%bf%cf%82_%ce%98%ce%b7%cf%83%ce%ad%ce%b1%cf%82</link>
		<pubDate>Wed, 05 Nov 2008 16:28:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.viotiablogs.gr/%ce%a0%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%82/2008/11/05/%ce%9f_%ce%bd%ce%ad%ce%bf%cf%82_%ce%98%ce%b7%cf%83%ce%ad%ce%b1%cf%82</guid>
				<author>ΠΥΡΓΑΡΗΣ</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	-κι αυτοί μες στη βουή της πόλης σκεφτικοί<br />έναν Θησέα άλλον περιμένουν, νικητή-<br /><br /><br />Που τοίχους ύψωσες στην οσμή των ανθρώπων<br />οι ώρες αρχηγάτορα των νέων ερειπίων σε καλούν<br />πορθημένον απ' την οσμή των ανθρώπων<br /><br />Εσέ οι ορφανεμένες μέλισσες θ' ακολουθήσουν<br />όταν από το κάστρο σου ωχρός φανείς<br />κι ωσάν φλουριά οι αλήθειες<br />απ' τις φθαρμένες τσέπες σου θα ξεχυθούν<br />οι στερημένοι με τις χούφτες να μαζέψουν<br /><br />Νύχτα βροχής να βγεις, νύχτα θυέλλης<br />με την αρματωσιά μαύρου παλτού ανεμιστού<br />φτερό αρχάγγελου<br /><br />Ίσκιους στις πλατείες θα φυσά<br />θα ζωντανεύουν στα βάθρα οι αδριάντες<br />και ταπεινά θα γέρνουν<br />φλόγες στις δημοσιές<br />και φλόγες στα πλακόστρωτα<br />πίσω απ' τις γρίλιες δάκρυ<br />καθώς εσύ ωχρός εκδικητής<br />τα μαρμαρένια σκαλοπάτια του επτασφρά<br />γιστου οίκου<br />με του πέλματος τη δόξα και τη φτασμένη ώρα<br />ένα ένα στο ζυμάρι θα βυθίζεις<br />εμπρός σου να σταθεί<br />το βαρύ της ιστορίας επίθυρο<br />και να βροντήσει<br /><br />ώστε οι μέλισσες βουίζοντας αντί για σε<br />από λαθρεπιβάτες και αυθαιρέτους<br />πίσω ν' απαιτήσουν τον απαχθέντα θρόνο<br /><br />για άλλη μια η Εδέμ να αποφασιστεί<br />με ενθουσιασμό και άνθος να ξαναχτιστεί<br />κι οι αφανείς πάλι τον πολύεδρο βράχο<br />προς τη κορφή ν' αρχίσουν βογκώντας να κυλούν<br />για άλλη μια<br />με ενθουσιασμό και άνθος<br /><br />(1996)<br />Από την συλλογή "μαθητεία"<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5448190919174347538-2947345543389296269?l=pirgaris.blogspot.com' /> ]]></content:encoded>
</item>
</channel>
</rss>
